δευτερεύω

δευτερ-εύω,
A to be second,

οὐδενός Plb. 18.55.5

;

δ. μετὰ τὸν βασιλέα D.S.1.73

, cf. Str.8.6.18; δ. τινός to be next best to it, Dsc.3.39, cf. Herod.Med. ap. Orib.10.11.3;

δ. τινί

to play second to . .,

Plu.Eum.13

, cf. LXXEs.4.8.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δευτερεύω — to be second pres subj act 1st sg δευτερεύω to be second pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερεύω — (AM δευτερεύω) [δεύτερος] 1. είμαι ο δεύτερος, κατέχω την αμέσως επόμενη θέση μετά τον πρώτο 2. δεν έχω μεγάλη σημασία ή αξία, βρίσκομαι σε κατώτερη θέση («ασχολείται με δευτερεύοντα θέματα») μσν. νεοελλ. ο Δευτερεύων τιμητικό οφφίκιο που… …   Dictionary of Greek

  • δευτερεύω — βρίσκομαι ή έρχομαι δεύτερος στη σειρά: Η διασκέδαση δευτερεύει στην καθημερινότητά μας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δευτερεύσει — δευτερεύω to be second aor subj act 3rd sg (epic) δευτερεύω to be second fut ind mid 2nd sg δευτερεύω to be second fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερευόντων — δευτερεύω to be second pres part act masc/neut gen pl δευτερεύω to be second pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερεῦον — δευτερεύω to be second pres part act masc voc sg δευτερεύω to be second pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερεύει — δευτερεύω to be second pres ind mp 2nd sg δευτερεύω to be second pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερεύοντα — δευτερεύω to be second pres part act neut nom/voc/acc pl δευτερεύω to be second pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερεύοντι — δευτερεύω to be second pres part act masc/neut dat sg δευτερεύω to be second pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερεύουσι — δευτερεύω to be second pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) δευτερεύω to be second pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερεύουσιν — δευτερεύω to be second pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) δευτερεύω to be second pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.